Τρίτη, 17 Μαΐου, 2022

ΗΠΑ: «Μη δίνετε λεφτά για την Αστυνομία»

Αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Michael Shellenberger πρώην στελέχους του ιδρύματος του Τζωρτζ Σόρος, γιατί είναι ιδιαίτερα χρήσιμο καθώς μας μεταφέρει μια εμπειρία από την άσκηση μιας υπερφιλελεύθερης πολιτικής για την εγκληματικότητα στις ΗΠΑ –η οποία απ’ ό,τι φαίνεται οδηγεί σε ακριβώς αντίθετα των διακηρυγμένων αποτελέσματα. [ardin-rixi.gr]


Έπειτα από αύξηση των εγκλημάτων, οι προοδευτικές πόλεις σταματούν τις περικοπές

Του Michael Shellenberger, πηγή: unherd.com (28/12/2021)

Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι προοδευτικοί καθιέρωσαν μια νέα συναίνεση σε ό,τι αφορά την εγκληματικότητα. Μη βίαια κακουργήματα, όπως η κλοπή καταστημάτων και η κατοχή ναρκωτικών, πρέπει να επανακατηγοριοποιηθούν ως πλημμελήματα. Οι δήμοι πρέπει να μην δίνουν λεφτά για την αστυνομία, και αντ’  αυτής να δαπανούν τα λεφτά αυτά σε νοσοκόμες, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Οι παραβάτες θα πρέπει να έχουν την ελάχιστη εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη – και, όποτε είναι δυνατόν, να μην μπαίνουν φυλακή.

Όμως τώρα, η αύξηση της εγκληματικότητας υπονομεύει ραγδαία την προοδευτική συναίνεση. Οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν κατά 30% κατά το 2020, και πάνω από τα 2/3 των μεγαλύτερων αμερικανικών πόλεων θα έχουν περισσότερες ανθρωποκτονίες το 2021 από ό,τι το 2020. Τουλάχιστον 13 μεγάλες πόλεις θα πετύχουν ιστορικό ρεκόρ όσον αφορά τις ανθρωποκτονίες, συμπεριλαμβανόμενης και της Φιλαδέλφειας, του Ώστιν και του Πόρτλαντ. Εν τω μεταξύ, τα εγκλήματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία στις τέσσερις μεγαλύτερες πόλεις της Καλιφόρνιας αυξήθηκαν κατά 7% μεταξύ 2020 και 2021. Οι διαρρήξεις αυτοκινήτων στο Σαν Φρανσίσκο μειώθηκαν προσωρινά κατά το 2020, επειδή ο κορωνοϊός άδειασε την πόλη από τουρίστες, αλλά από τότε εκτοξεύτηκαν, φθάνοντας τις 3.000 τον Νοέμβριο. Πολλοί κάτοικοι έχουν πάψει να ασχολούνται με το να καταγγέλλουν εγκλήματα.

Φυσικά, οι δείκτες εγκληματικότητας για πολλά εγκλήματα είναι ακόμη κάτω από αυτό που ήταν κατά τη δεκαετία του 1980. Και οι προοδευτικοί έχουν δίκαιο όταν λένε ότι δεν πρέπει να πανικοβαλόμαστε για την αύξηση του εγκλήματος, μια που ο πανικός κατά το παρελθόν έχει συμβάλει σε σκληρές και άξεστες αντιδράσεις, μεταξύ αυτών υπερβολικά μακρόχρονες ποινές φυλάκισης με ελάχιστα προγράμματα για πραγματική επανένταξη. Γι’ αυτό, κατά τη δεκαετία του 1990, εργάστηκα για το Ίδρυμα Τζωρτζ Σόρος, μεταξύ άλλων, για να συνηγορήσω υπέρ της αποποινικοποίησης των ναρκωτικών, για μειωμένες ποινές για μη βίαια εγκλήματα, και για εναλλακτικές αντί της φυλάκισης.

Αλλά σήμερα, είναι φανερό ότι το εκκρεμές έχει γυρίσει υπερβολικά προς την άλλη κατεύθυνση. Το 2000, όταν έπαυσα να δουλεύω για τις πολιτικές σχετικά με την δικαιοσύνη σε θέματα εγκλήματος, οι προοδευτικοί υποστήριζαν την υποχρεωτική επανένταξη ως εναλλακτική λύση αντί για την φυλάκιση. Τώρα, οι προοδευτικοί εισαγγελείς απλά απελευθερώνουν τους ύποπτους για εγκλήματα χωρίς να απαιτούν επανένταξη ή παρατεταμένη δικαστική επιτήρηση. Στο Μιλγουόκι της πολιτείας του Ουισκόνσιν, για παράδειγμα ένας άνδρας που είχε πατήσει με το αμάξι του τη μητέρα του παιδιού του αποφυλακίστηκε με εγγύηση 1.000 δολαρίων. Ούτε αυτός ούτε το σπορ αμάξι του τέθηκαν υπό ηλεκτρονική επιτήρηση. Σύντομα, ο ίδιος σκότωσε έξι ανθρώπους και τραυμάτισε άλλες τρεις ντουζίνες πατώντας τους με το αυτοκίνητό του.

Εν τω μεταξύ, ο δείκτης φυλάκισης στις ΗΠΑ είναι ο χαμηλότερος των τελευταίων 30 ετών. Το 2019, οι φυλακισμένοι στις αμερικανικές φυλακές ήταν κατά 17% λιγότεροι από ό,τι το 2009. Κι ενώ οι προοδευτικοί έχουν δίκαιο όταν δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί από όσους είναι φυλακισμένοι στις ομοσπονδιακές φυλακές βρίσκονται σε αυτές για μη βίαιες παραβάσεις για ναρκωτικά, αξίζει να σημειωθεί ότι οι φυλακισμένοι στις πολιτειακές φυλακές είναι οκτώ φορές περισσότεροι από ό,τι στις ομοσπονδιακές. Και μόλις το 14% των φυλακισμένων στις πολιτειακές φυλακές βρίσκονται σε αυτές για μη βίαια θέματα ναρκωτικών. Οι μισοί σε αυτές βρίσκονται για φόνο, βιασμό, ληστεία και άλλα βίαια εγκλήματα.

Αν και οι ανθρωποκτονίες και άλλα βίαια εγκλήματα αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή, τα εγκλήματα που προκαλούνται από την εξάρτηση από ναρκωτικά, όπως η κλοπή καταστημάτων, το δημόσιο κάμπινγκ και η αφόδευση, υπονομεύουν τον ιστό της ζωής στην πόλη. Οι προοδευτικοί βάσισαν τις μεταρρυθμίσεις τους για την ποινική δικαιοσύνη επάνω στην ιδέα ότι οι μη βίαιοι παραβάτες θα ελευθερώνονταν με κάποιου είδους εποπτική φροντίδα, επικεντρωμένη στην θεραπεία και την επανένταξη. Αυτό συχνά δεν συνέβη.

Σκεφτείτε το Σαν Φρανσίσκο. Ο αριθμός των φυλακισμένων του κατρακύλησε στους 766 το 2021 από 2.850 το 2019. Εάν οι προοδευτικοί είχαν κάνει ό,τι είχαν υποσχεθεί, θα υπήρχαν 2.000 επιπλέον άτομα υπό επιτήρηση και υποστηριζόμενα ώστε να μην μεθάνε και να μην προκαλούν προβλήματα. Αυτό δεν έγινε. Κι αυτό είναι προβληματικό γιατί πολλοί από τους αποφυλακισμένους κάνουν ξανά εγκλήματα. Οι μισοί από όλους τους παραβάτες –και 3/4 των πιο βίαιων– που αποφυλακίστηκαν από τις φυλακές του Σαν Φρανσίσκο χωρίς δίκη μεταξύ 2016-2019, διέπραξαν εκ νέου εγκλήματα. Αντί για  τον καλοσυνάτο πατερναλισμό, οι προοδευτικοί έφεραν τον ελευθεριακό αναρχισμό. Κι όμως, όλα όσα θα χρειάζονταν ήταν ο εβδομαδιαίος έλεγχος για ναρκωτικά, η επαφή με τους αξιωματούχους της επιτήρησης, και η ηλεκτρονική παρακολούθηση.

Παρ’ όλα αυτά, εάν θέλουμε να μειώσουμε το έγκλημα χωρίς να επιστρέψουμε σε μια εποχή μαζικής φυλάκισης, χρειαζόμαστε μια νέα ομοφωνία σχετικά με την ποινική δικαιοσύνη, η οποία θα έχει ως προτεραιότητα την πρόληψη και την επανένταξη, θα απορρίψει τις φωνές για μη χρηματοδότηση της αστυνομίας, και θα δει την δικαστική επιτήρηση ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για να δημιουργηθούν εναλλακτικές προς την εργασία στις φυλακές. Κι όλα αυτά ξεκινούν με την κατανόηση των λόγων για τους οποίους αρχικά οι άνθρωποι διαπράττουν εγκλήματα.

Οι προοδευτικοί αποδίδουν το έγκλημα σε βαθιά αίτια όπως η φτώχεια, η ανισότητα και ο δομικός ρατσισμός. Για παράδειγμα, ο Chesa Boudin, εισαγγελέας στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο, πρόσφατα ισχυρίστηκε ότι “η οικονομικά εφικτή απόκτηση σπιτιού, η ποιοτική εκπαίδευση, η πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη και τις υπηρεσίες για τον εθισμό μπορούν να παράσχουν τη σταθερότητα την οποία η εμπειρία έχει αποδείξει ότι πραγματικά αποτρέπει από την εγκληματική δραστηριότητα”. Φυσικά, αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι εμποδίζουν το έγκλημα. Πράγματι, η μελέτη που ο  Boudin παρέθεσε, απλά βρήκε ότι, σε 12 πόλεις όπου πάνω από το 10% του πληθυσμού λαμβάνει επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, “πιο πολλά εγκλήματα διαπράττονται όταν έχει παρέλθει μεγαλύτερο διάστημα από τη στιγμή που κατεβλήθησαν τα επιδόματα”. Δεν ανέλυσε τον ρόλο οποιουδήποτε από τους παράγοντες τους οποίους αυτός ανέφερε.

Πράγματι, υπάρχουν λιγοστές ενδείξεις υπέρ του ισχυρισμού ότι η φτώχεια και ο δομικός ρατσισμός έχουν επίδραση στο έγκλημα. Οι δείκτες εγκληματικότητας των Αφροαμερικάνων ήταν μικρότεροι κατά τις δεκαετίες του 1940 και 1950, όταν ο διαχωρισμός (σημ.: Λευκών και Μαύρων) ήταν νόμιμος, η φτώχεια πιο διαδεδομένη, και οι διακρίσεις πιο απροκάλυπτες, από ό,τι μεταξύ 1965-1990. Πράγματι, οι ανθρωποκτονίες μεταξύ των Αφροαμερικανών εκτινάχτηκαν μετά το νόμο για τα πολιτικά δικαιώματα του 1964. Και, όσο κι αν αληθεύει ότι οι φόνοι αυξήθηκαν κατά τα πρώτα έξι έτη της ύφεσης του 1929, κατόπιν έπεσαν στις περισσότερες μεγάλες πόλεις.  Και οι δείκτες εγκληματικότητας, συμπεριλαμβανόμενης της ανθρωποκτονίας, συνέχισαν να πέφτουν μετά την κρίση του 2007 και την συνεπακόλουθη ύφεση, τη χειρότερη μετά την ύφεση του 1929.

Η ανθρωποκτονία είναι παράλογη και συναισθηματική, συμφωνούν οι ειδικοί, όχι μια φυσική και προβλέψιμη απόκριση σε προσωπικά εμπόδια. Οι κοινωνικές συνθήκες όπως η φτώχεια, η καταπίεση και η ανεργία δεν οδηγούν σε βίαιες πράξεις. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από αυτές τις συνθήκες έχουν διάφορους βαθμούς βίας καθ’ όλη την ιστορία. Αντίθετα, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες, όσον αφορά την ανθρωποκτονία, είναι η πίστη του κόσμου στην νομιμοποίηση του συστήματος της δικαιοσύνης, καθώς και πράγματα όπως ο πατριωτισμός και η συμπάθεια μεταξύ των ανθρώπων. Οι δείκτες ανθρωποκτονίας μεταξύ μη σχετιζόμενων μεταξύ τους ενηλίκων στις ΗΠΑ ακολουθούν κατά πόδας το ποσοστό του πληθυσμού που εμπιστεύεται την κυβέρνηση, ότι πράττει σωστά, και πιστεύει ότι οι περισσότεροι κρατικοί αξιωματούχοι είναι έντιμοι. Καθώς η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση μειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν. Όταν η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση αυξήθηκε κατά τις δεκαετίες του 1950 και στα μέσα του 1990, οι ανθρωποκτονίες μειώθηκαν.

Συνεπώς, οι διαμαρτυρίες κατά της αστυνομίας έχουν ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Το 2014, ένας λευκός αστυνομικός στο Ferguson φόνευσε έναν άοπλο μαύρο έφηβο 18 ετών, και προκάλεσε διαμαρτυρίες σε όλες τις ΗΠΑ. Κατόπιν, ο διευθυντής της αστυνομίας στο γειτονικό St Lewis παρατήρησε ότι “το εγκληματικό στοιχείο νοιώθει ενδυναμωμένο από το περιβάλλον”. To 2015, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ζήτησε από έναν από τους εξέχοντες εγκληματολόγους της χώρας, τον  Richard Rosenfeld, να διερευνήσει εάν οι φόνοι αυξήθηκαν μετά το συμβάν. Αρχικά, ο Rosenfeld έδειχνε σκεπτικισμό, παρατηρώντας ότι οι ανθρωποκτονίες στο St. Lewis είχαν αρχίσει να αυξάνονται πριν από το συμβάν. Ωστόσο,  αφού εξέτασε τις ενδείξεις, άλλαξε γνώμη. “Η  αύξηση των ανθρωποκτονιών στις μεγαλύτερες πόλεις των ΗΠΑ ήταν πραγματική και σχεδόν άνευ προηγουμένου”, έγραψε στην αναφορά του το 2016. Ο Rosenfeld διαπίστωσε μια αύξηση κατά 17% στους φόνους στις μεγαλύτερες αμερικανικές πόλεις μεταξύ 2014-2015.

Ο Rosenfeld μου είπε, όταν του πήρα συνέντευξη, ότι οι περσινές διαμαρτυρίες των Black Lives Matter συνέβαλαν στην αύξηση των δολοφονιών. “Όταν ο κόσμος πιστεύει ότι οι διαδικασίες του τυπικού κοινωνικού ελέγχου είναι άδικες”, παρατήρησε ο Rosenfeld, “είναι λιγότερο πιθανό ότι θα υπακούσει στο νόμο”. Και οι διαδηλωτές του BLM δεν μπόπρεσαν να αντιληφθούν ότι οι άνθρωποι που υποφέρουν περισσότερο, όταν η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά της, είναι οι μαύροι Αμερικάνοι, που είναι συνηθέστερο να είναι θύματα βίαιων εγκλημάτων. Έχουν πιθανότητα επτά έως οκτώ φορές μεγαλύτερη να πέσουν θύματα ανθρωποκτονίας από ό,τι οι λευκοί Αμερικάνοι.

Ωστόσο οι προοδευτικοί προχώρησαν κι άλλο, με το να υπονομεύσουν την ιδέα ότι η αστυνομία μπορεί να μειώσει το έγκλημα. “Η επιβολή του νόμου δεν πρόκειται να εμποδίσει την βία”, ισχυρίστηκε ο Philip Atiba Goff, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου για την επίβλεψη της ισότητας (Center for Policing Equity), πριν από λίγες εβδομάδες.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι η αρνητική δημοσιότητα σχετικά με την αστυνομία έχει μια ισχυρή επίδραση στους αστυνομικούς αξιωματούχους. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι το 2020, τουλάχιστον 24 αστυνομικοί διευθυντές ή ανώτεροι αξιωματούχοι παραιτήθηκαν, συνταξιοδοτήθηκαν ή πήραν άδεια λόγω αναπηρίας στις 50 μεγαλύτερες αμερικανικές πολιτείες. 3.700 αστυνομικοί που περιπολούν έφυγαν. Σήμερα, υπάρχουν λιγότεροι αστυνομικοί κατά κεφαλήν στην Αμερική από ποτέ μετά το 1992.

Αυτό που οι φιλελεύθεροι αγνοούν είναι ότι υπάρχουν ικανοποιητικές ποσοτικές ενδείξεις ότι η περισσότερη αστυνόμευση μπορεί να μειώσει το έγκλημα. Υποστηρίζουν ότι η αστυνομία δεν μπορεί στην πραγματικά να μειώσει το έγκλημα, απλά τιμωρεί τα άτομα μετά το συμβάν. Ωστόσο, το 2009, το πακέτο-κίνητρο του πρόεδρου Ομπάμα προσέφερε ένα εκατομμύριο δολάρια ως επιδότηση σε αμερικανικές πόλεις που έχουν οικονομικά προβλήματα, για τη χρηματοδότηση της αστυνομίας. Οι πόλεις που πληρούσαν τις προϋποθέσεις για το επίδομα αύξησαν την αστυνόμευση κατά 3,2% και είδαν μια μείωση κατά 3,5% στο έγκλημα.

Υπάρχει ακόμη μια μη βολική αλήθεια που αγνοούν οι φιλελεύθεροι: Οι ενδείξεις δείχνουν ότι λιγότεροι αστυνομικοί μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερη ανάρμοστη αστυνομική συμπεριφορά, γιατί οι εναπομείναντες πρέπει να δουλεύουν περισσότερο και σε πιο αγχωτικές ώρες. Η βάρδια 13 ωρών αντί για εκείνη των 10 ωρών, σημαίνει ότι οι αστυνομικοί είναι πολύ πιο πιθανόν να αντι,ετωπίσουν παράπονα από το κοινό εναντίον τους, ενώ οι συνεχόμενες βάρδιες τετραπλασιάζουν την πιθανότητα.

Παρά ταύτα, οι προοδευτικοί ασχολούνται με το να τρελαίνουν το κοινό με τις προσπάθειές τους να κόψουν την χρηματοδότηση της αστυνομίας. Ένας προοδευτικός αρθρογράφος στην εφ. San Francisco Chronicle, πρόσφατα έγραψε “Αν και η συζήτηση συνεχίζεται για το τι οδηγεί στην αύξηση των βίαιων εγκλημάτων … γνωρίζουμε σίγουρα ότι η μη χρηματοδότηση της αστυνομίας δεν έχει καμιά σχέση με αυτό. Γιατί η μείωση της χρηματοδότησης ποτέ δεν έλαβε χώρα”.

Αυτό είναι έκδηλα μη αληθές. Μετά τις διαμαρτυρίες των Black Lives Matter, περισσότερες από 20 μεγάλες πόλεις μείωσαν τον προϋπολογισμό τους για την αστυνομία κατά τουλάχιστον 870 εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός της αστυνομικής διεύθυνσης του Λος Άντζελες μειώθηκε κατά 150 εκατομμύρια δολάρια τον Ιούλιο. Και μόνο γιατί οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν πολύ γρήγορα οι περισσότερες πόλεις τροποποίησαν τους αποχρηματοδοτικούς προϋπολογισμούς τους. “Από τη Νέα Υόρκη ώς το Λος Άντζελες”, παρατήρησε το Associated Press προς το τέλος του περασμένου μήνα, “σε πόλεις όπου έλαβαν χώρα οι μεγαλύτερες διαμαρτυρίες των  Black Lives Matter … τα αστυνομικά τμήματα βλέπουν το ύψος των δαπανών τους να επανέρχεται στα παλιά ως αντίδραση στις αυξανόμενες ανθρωποκτονίες, την αποχώρηση των αστυνομικών και την πολιτική πίεση”.

Το Σαν Φρανσίσκο είναι ένα κλασσικό παράδειγμα. Αφότου πέρσι οι διαδηλωτές του  Black Lives Matter ζήτησαν οι πόλεις να αποχρηματοδοτήσουν την αστυνομία, η δήμαρχος  London Breed έδωσε συνέντευξη τύπου προκειμένου να ανακοινώσει ότι η πόλη της θα είναι η πρώτη που θα πράξει κάτι τέτοιο. Η Breed ανακοίνωσε μειώσεις 120 εκατομμυρίων δολαρίων στους προϋπολογισμούς τόσο της αστυνομίας του Σαν Φρανσίσκο όσο και στα επαρχιακά αστυνομικά τμήματα. Την περασμένη εβδομάδα, η Breed έκανε μια δραματική αναστροφή, με το να ανακοινώσει ότι κάνει μια επείγουσα έκκληση στο “Εποπτικό συμβούλιο” (Board of Supervisors) της πόλης για περισσότερα χρήματα ώστε να χρηματοδοτηθεί η αστυνομία και να υποστηριχθεί η καταστολή του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων της δημόσιας πώλησης ναρκωτικών, των διαρρήξεων αυτοκινήτων και των κλοπών στο λιανικό εμπόριο.

Οι προοδευτικοί αποκήρυξαν το σχέδιό της. Αντιτίθενται στην εφαρμογή του νόμου, όταν τον παραβιάζουν οι εθισμένοι και οι διανοητικά ασθενείς άνθρωποι , γιατί πιστεύουν ότι “το σύστημα” είναι θεμελιωδώς ρατσιστικό, εσφαλμένο και η πηγή της κοινωνικής αδικίας. Αυτό εξηγεί  γιατί οι προοδευτικοί επικεντρώνονται αποκλειστικά στους μαύρους που δολοφονούνται από την αστυνομία παρ’ όλο που τριάντα φορές περισσότεροι μαύροι σκοτώνονται από άλλους πολίτες. Και αυτό εξηγεί γιατί ο Boudin και άλλοι εισαγγελείς έχουν εμμονή με το άδειασμα των φυλακών. (“Η πρόκληση που συνεχίζεται” είπε ο Boudin το 2019, “είναι, πώς να κλείσουμε μια φυλακή;”)

Ωστόσο, υπάρχει λόγος να ελπίζει κανείς. Όταν η Breed ανακοίνωσε την σαρωτική καταστολή της πώλησης ναρκωτικών σε ανοιχτούς χώρους και στο έγκλημα, είπε: “Είμαι περήφανη που η πόλη αυτή πιστεύει στο να δίνεται στους ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία”.

“Ωστόσο, όλοι χρειαζόμαστε τη λογοδοσία όταν κάποιος παραβιάζει το νόμο … Η συμπόνοιά μας δεν πρέπει εσφαλμένα να εκληφθεί αδυναμία ή αδιαφορία …. Ανατράφηκα από τη γιαγιά μου έτσι ώστε να πιστεύω στην “σκληρή αγάπη”, στο να έχεις σε τάξη το σπιτικό σου, και αυτό το χρειαζόμαστε τώρα περισσότερο παρά ποτέ”.

Το διάστημα κατά το οποίο δούλεψα σε ζητήματα αναμόρφωσης της δικαιοσύνης με δίδαξε ότι η “σκληρή αγάπη” δουλεύει. Η Ολλανδία και η Πορτογαλία συχνά θεωρούνται ως προοδευτικές ουτοπίες, και αν και αληθεύει ότι έχουν και οι δυο μειώσει τις ποινές για τους εγκληματίες, ωστόσο και τα δυο κράτη απαγορεύουν ακόμα την πώληση ναρκωτικών, συλλαμβάνουν τους εμπόρους ναρκωτικών, και στέλνουν τους εμπόρους και χρήστες στη φυλακή ή σε προγράμματα επανένταξης. “Εάν κάποιος στην Πορτογαλία άρχιζε να παίρνει ηρωίνη δημόσια”, ρώτησα τον επικεφαλής της πολιτικής για τα ναρκωτικά στη χώρα αυτή “Τι θα πάθαινε;”. Είπε, χωρίς δισταγμό, “θα τον συλλαμβάναμε”.

Και το να συλληφθούν είναι κάποιες φορές αυτό που οι εθισμένοι χρειάζονται. “Είμαι μεγάλος οπαδός των υποχρεωτικών πραγμάτων”, λέει μια πρώην κατάδικος, η  Victoria Westbrook. “Δεν το συνιστώ ως τρόπο ζωής, αλλά όταν η ομοσπονδιακή αστυνομία μου άσκησε δίωξη, αυτό ήταν καλό για μένα”. Σήμερα, η Victoria  εργάζεται στη διοίκηση της πόλης του Σαν Φρανσίσκο για την ενσωμάτωση πρώην καταδίκων στην κοινωνία.

Είναι σκληρή δουλειά, αλλά αποδοτική. Τα τελευταία 20 χρόνια, το Μαϊάμι μείωσε τον “άστεγο” πληθυσμό του κατά 57% παρά τα πανύψηλα ενοίκια, με το να κλείσει τις δημόσιες πιάτσες ναρκωτικών και να παράσχει δωρεάν ψυχιατρική βοήθεια, θεραπεία από τα ναρκωτικά και στοιχειώδη καταλύματα. Στο High Point της Βόρειας Καρολίνας, η αστυνομία έβαλε ως στόχο τρεις γειτονιές με μόνιμη αγορά κρακ. Εκεί, οι αστυνομικοί, συνοδευόμενοι από τοπικούς κοινωνικούς λειτουργούς, συναντήθηκαν με εμπόρους στη φυλακή, τους ζήτησαν να σταματήσουν, και τους προσέφεραν επαγγελματική κατάρτιση, απομάκρυνση των τατουάζ, και βοήθεια για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Οι αστυνομικοί έδωσαν στους εμπόρους ανυπόγραφα εντάλματα σύλληψης, φακέλους με τις ενδείξεις εναντίον τους και βίντεο με αποδείξεις για τα εγκλήματά τους. Αποδείχθηκε ένα καλό κίνητρο για τους εμπόρους ώστε να σταματήσουν τις πράξεις τους.

Ο κόσμος στις προοδευτικές πόλεις συχνά δεν αφήνεται ακόμη και να προτείνει κάποιον ρόλο για την επιβολή του νόμου. “Κάθε φορά που κάποιος λέει ‘Μήπως θα μπορούσαν η αστυνομία και το σύστημα ιατρικής περίθαλψης να εργαστούν μαζί;’ ή ‘Ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσουμε για τη δικαστική επιτήρηση ή για συλλήψεις στα χαμηλά επίπεδα’, υπάρχει μια τεράστια κατακραυγή”, είπε ο ειδικός σε θέματα εθισμού στο Stanford,  Keith Humphreys. “Όχι! Αυτό είναι ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών! Η αστυνομία δεν έχει ρόλο σε αυτό! Ας ανοίξουμε μερικές ακόμη υπηρεσίες, και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα τις χρησιμοποιήσουν εθελοντικά!’ 

Ωστόσο, υπάρχουν ισχυρές ποσοτικές ενδείξεις ότι τα προγράμματα επιτήρησης που είναι “ταχέα, σίγουρα και δίκαια” μειώνουν τις συλλήψεις, την υποτροπή και τη χρήση ναρκωτικών. Το πιο γνωστό από αυτά είναι το Opportunity Probation with Enforcement (HOPE) της Χαβάης. Έδωσε κίνητρα στους παραβάτες να ακολουθήσουν τους κανόνες επιτήρησης με το να αιτηθούν εγγυημένη, άμεση, και μικρού χρονικού διαστήματος φυλάκιση για παραβιάσεις των όρων αποφυλάκισης, όπως η “αποτυχία” σε έλεγχο για ναρκωτικά. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι το HOPE μείωσε τη χρήση ναρκωτικών κατά 72%, τις συλλήψεις κατά 55% και τις καθείρξεις κατά  48%.

Ένας ερευνητής συνόψισε τα πλεονεκτήματα του προγράμματος λέγοντας: “Το HOPE πραγματικά κάνει τους ανθρώπους να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους φτιάχνοντας μια κατάσταση όπου η φυσική τους συμπεριφορά κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Δεν θέλουν να συλληφθούν και να φυλακισθούν, και, έτσι, σταματάν τη χρήση. Αυτό είναι κάτι το εντελώς αποκαταστατικό”. Με άλλα λόγια, το HOPE ανταμείβει τους εθισμένους και εγκληματίες για την καλή τους συμπεριφορά, αντί απλά να περιμένει να συμπεριφέρονται καλά.

Είναι καιρός για μια νέα συναίνεση όσον αφορά το έγκλημα. Η εφαρμογή των νόμων θα μειώσει τη βία. Το να ωθήσει κανείς τους παραβάτες να αναλάβουν την ευθύνη για τον εαυτό τους, όταν φύγουν από τη φυλακή, θα τους οδηγήσει σε μια ανεξάρτητη ζωή, κι όχι σε μια εγκληματική ζωή. Οι προοδευτικοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπονομεύσουν τη δικαιοσύνη, καθώς και την κοινή λογική εδώ και δύο δεκαετίες…

Μετάφραση: Γ.Τ.

ΠΗΓΗ: ardin-rixi.gr

Σχετικά άρθρα

1,558ΥποστηρικτέςΚάντε Like
19ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ