Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου, 2021

Ο σπουδαίος αγωνιστής του 1821: Δημήτρης Κολοβός ή πρωτόπαπας Παπακολοβός από τα Μακρίσια

Στη συνέχεια των ιστορικών μου δημοσιεύσεων, αφιερωμένων  στα 200 χρόνια από την έναρξη της επαναστατικής δράσης στην Ηλεία, επέλεξα  να παρουσιάσω τη ζωή και τη δράση του πιο αγνού ίσως και έντιμου Ολύμπιου Αγωνιστή, του Δημήτρη Παπακολοβού από τα Μακρίσια. Τόσο η μελέτη των αρχείων όσο και οι μαρτυρίες των συμπατριωτών του, καταδεικνύουν τις δράσεις και τις ενέργειες ενός ένθερμου και γενναίου πολεμιστή, χαρισματικού ποιμένα και ηγέτη, που υπήρξε ταυτόχρονα πρότυπο αλτρουισμού, ανιδιοτέλειας, και κοινωνικής προσφοράς.

Γράφει ο Ο Γιάννης Βίτσας* – από το www.patrisnews.com

Αναγνωρίστηκε αξιωματικός Ζ’ τάξης με βεβαίωση του αρχιστράτηγου των Ολυμπίων Τζανέτου Χριστόπουλου. Πρόκειται για τον παπά των Μακρισίων, τον περίφημο Παπαδημήτρη. Άνδρας με σπάνιες σωματικές και ψυχικές αρετές, κήρυξε και κατήχησε πάνω στις Άγιες Τράπεζες των εκκλησιών του τόπου πολεμιστές. Εκτός από τον φλογερό πατριωτισμό του ήταν ασκητικός, φιλάνθρωπος και ενάρετος. Για τις αρετές του αυτές η τότε μητρόπολη Χριστιανουπόλεως του απένειμε τον τίτλο του πρώτου παπά της περιφέρειας, πρωτόπαπας, και με τον τίτλο αυτόν ήταν περισσότερο γνωστός στην περιοχή. Πριν την Επανάσταση με τη μικρή περιουσία που κατείχε ζούσε όχι μόνο τη  μικρή του οικογένεια, αλλά έκανε και πολλά ελέη και φιλανθρωπίες προς απόρους, συνηθίζοντας να προσφέρει το σπιτικό του ως κατάλυμα σε οδοιπόρους και περαστικούς. Τη λίγη του περιουσία, τη διέθεσε ολόκληρη στον Αγώνα. Επί των ημερών του και με τις φροντίδες του χτίστηκε στα Μακρίσια το 1814, η εκκλησία του Αγ. Αθανασίου.

Με την έναρξη της Επανάστασης τέθηκε αρχηγός των συγχωριανών του υποκινώντας και άλλους πολεμιστές από τα γύρω χωριά. Στα τέλη Απριλίου του 1821, οι Λαλαίοι που έφεραν βαριά την προσβολή από την ήττα τους στην Αγουλινίτσα, θέλησαν να εκδικηθούν τα χωριά της Ολυμπίας που βοήθησαν τους Αγουλινιτσαίους. (Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής επαναστάσεως, τ. 3, σελ. 162,163). Πέρασαν τον ποταμό Αλφειό, κοντά στο σημείο που είναι σήμερα το αρδευτικό φράγμα και ξεχύθηκαν στο δυτικό μέρος του Μακρισιώτικου κάμπου (στις σημερινές θέσεις Παρακλάδια-Ρεπιστιά-Κατσαρού). Ο Παπακολοβός κατέλαβε με τους συμπατριώτες του τις παρακείμενες προς το χωριό Μακρίσια όχθες του Αλφειού και αφού έστησε ενέδρα, απέκρουσε τους Λαλαίους Τούρκους που επιχειρούσαν να το καταστρέψουν. Κατά τη συμπλοκή σκοτώθηκαν έξι Λαλαίοι, οι υπόλοιποι όμως μπήκαν στο χωριό που το είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοι  και το λεηλάτησαν. Στα βορειοδυτικά του Αϊ-Γιάννη υπάρχει και σήμερα τοπωνύμιο “Τουρκομνήματα” που πιθανόν να συνδέεται με τους τάφους των έξι τουρκαλβανών που σκοτώθηκαν στη μάχη αυτή. (Γ. Μπουλαλάς, Τα Μακρίσια και ο αρχαίος Σκιλλούς, σελ.140).

Μετά τον εμπρησμό του χωριού από τους Λαλαίους, πενήντα πρόκριτοι και κάτοικοι των κάτω (πεδινών) χωριών, παίρνοντας παράδειγμα από τη γενναία στάση του Παπαδημήτρη η Παπακολοβού, «τό παράδειγμα τοῦ πνευματικοῦ μας πατρός μιμηθέντες», κατευθύνθηκαν στο Πούσι εναντίον των Λαλαίων. Οι πενήντα μαχητές από τα Μακρίσια και τα γύρω χωριά με τον Παπαδημήτρη και τον γενναίο Μακρισιώτη Σάββα Χαρτουμπέκη, ενώθηκαν με τους άλλους Ολύμπιους αγωνιστές κάτω από την ηγεσία του Τζανέτου Χριστόπουλου και πήραν μέρος τόσο στις πρώτες μάχες (Μπαστηρά, Νεμέσια, Συκιά), όσο και στη μεγάλη μάχη στο Πούσι. (Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής επαναστάσεως, τ. 3, σελ. 301-305).

Ο Γ. Χρυσανθακόπουλος ( Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, σελ. 198), ιστορώντας τη μάχη του Λάλα, γράφει: “Ταυτοχρόνως σχεδόν ἔφθασαν (στο Λάλα) ἰσχυραί δυνάμεις Ὀλυμπίων ὑπό τούς…τόν ἀπό Μακρύσια Δημ. Πρωτόπαπαν μέ ὁπλοφόρους ἐκ Μακρυσίων…”. Οι δύο Μακρισιώτες οπλαρχηγοί Παπαδημήτρης και Σάββας Χαρτουμπέκης διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους και κινδύνευσαν σοβαρά. Ο Παπακολοβός κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί, αλλά παρότι κυκλωμένος από τους εχθρούς κατόρθωσε να ξεφύγει, με μόνη απώλεια το μισό του ράσο που του το έκοψε το γιαταγάνι κάποιου Λαλαίου Αγά, τον οποίο τελικά και εφόνευσε (Ημερολόγιο Εκκλησίας της Ελλάδος, έτους 1971, σελ. 427). Κατά τον Γ. Ν. Δημητρακόπουλο (Ολυμπιακά Χρονικά, τ., 2, 1971, σελ. 57-58), ονομάστηκε Παπακολοβός επειδή έμεινε με μισό ράσο (κολοβό), πιθανότατα όμως το Κολοβός να ήταν το πραγματικό του επίθετο.

Ο Παπαδημήτρης στο Λάλα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διευθέτηση ενός σοβαρού προβλήματος που απείλησε να διαλύσει το στρατόπεδο των Ολυμπίων. Όπως γράφει ο Φιλήμων στο στρατόπεδο των Ολυμπίων επήλθε διχόνοια μεταξύ  στρατιωτών και  καπεταναίων προκρίτων για τη διαχείριση της φορολογίας, των εσόδων, των γαιών κ.ά. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν οπλαρχηγοί και αγωνιστές διατύπωσαν το παράπονο ότι μερικοί κοτζαμπάσηδες μεγαλογαιοκτήμονες αλλά και μερικοί οπλαρχηγοί που ήταν κοτζαμπάσηδες εξακολουθούσαν να ζητάνε από τον λαό τη φορολογία της τρίτης, της δεκάτης και των παρασποριών, όπως και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, με τη δικαιολογία ή την πρόφαση ότι οι φόροι αυτοί θα πήγαιναν για τη διατροφή των στρατιωτών. Το γεγονός υπήρξε τόσο σοβαρό ώστε γενικευόμενο καθημερινά, έτεινε να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο. Τελικά με την επιμονή του γενικού αργηγού Τζανέτου Χριστόπουλου, πραγματοποιήθηκε συμφωνία περισσότερο βελτιωμένη από την πρώτη, η οποία συντάχθηκε εγγράφως. Σύμφωνα με τον Γιώργη Μπουλαλά (Τα Μακρίσια και ο αρχαίος Σκιλλούς, σελ 141), στην κρίσιμη στιγμή, ο Παπαδημήτρης μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, επενέβη και, με τη σύνεση που τον διέκρινε και το μεγάλο κύρος του πέτυχε να κατευνάσει τα πράγματα, υπογράφοντας πρώτος το ιστορικό ψήφισμα συμφιλίωσης των Ολυμπίων στο Πούσι στις 9 Ιουνιου 1821. («Καπετάν Δημήτριος Πρωτοπαπάς στέργω εἰς ταῡτα»).

Μετά την καταστροφή του Λάλα ο Παπακολοβός παρότι βρισκόταν σε μεγάλη ηλικία, συμμετείχε με τους συμπατριώτες του στην πολιορκία της Τριπολιτσάς  και το 1822 κατευθύνθηκε στην πολιορκία των Παλαιών Πατρών όπου υπέφερε καρτερικά για τέσσερις ολόκληρους μήνες τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετό της νύχτας. Ο γιος του, ο ιερομόναχος Ανανίας, άνδρας γενναίων φρονημάτων με υψηλά ιδεώδη, περιθώρια ψυχικής αντοχής και φιλόπατρις στο έπακρο, πολέμησε σε όλες τις μάχες δίπλα στον πατέρα του. Η βεβαίωση των κατοίκων των κάτω χωριών της επαρχίας Ολυμπίας (6 Νοεμβρίου 1834) που συντάχθηκε κατ’ αίτηση των κληρονόμων του, με σκοπό να τους δοθεί από το κράτος κάποια βοήθεια,  παρέχει πλήθος πληροφοριών για τη ζωή και την πολύπλευρη δράση του  Μακρισαίου ήρωα:

«Οἱ ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἐκ Μακρισίων Παππά Δημήτρης πρωτοπαππάς Κολοβός ἐτῶν πεντήκοντα, ἀφθορμήτως λαβών εἰς τήν μίαν χεῖρα τόν Σταυρόν καί μέ τήν ἄλλην τήν ρομφέαν καί ὑψῶσας τήν σημαίαν τῆς έλευθερίας ἐπροπορεύθη εἰς τήν φωνήν τῆς Πατρίδος ὅθεν και ἐνθάρρυνε μέ τό παράδειγμά του τά πνευματικά του τέκνα.

Μαθών δέ κατά τήν παῤῥησίαν ἐκεῖθεν ἔσπευσεν νά προκαταλάβῃ μέ τούς συνεπαρχιώτας του τάς παρακειμένας εἰς τό χωρίον του Μακρύσια ὄχθας τοῦ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ, ὅπου ἀντέκρουσαν γενναίως τάς επιδρομάς τῶν Λαλέων, καί μετά τόν ἐμπρησμόν τοῦ χωρίου του τό παράδειγμα τοῦ πνευματικοῦ πατρός μας μιμηθέντες πολλοί τῶν προκριτοτέρων τοῦ τμήματος τῆς Ὀλυμπίας ὀνομαζομένου κάτω χωρία, έσπεύσαμε διευθυνόμενει παραυτοῦ πεντήκοντα περίπου στρατιῶτες νά συναγωνισθῶμεν μέ τούς ἥρωες τοῦ Πουσίου, τοῦ Λάλα, ὅπου διακινδύνευσεν νά αἰχμαλωτισθῆ καί μετ’  αὐτήν τήν ἔνδοξην μάχην χωρίς ν’ ἀπαυδήσῃ ποσῶς διευθύνθη μετά τῶν λοιπῶν συνεπαρχιωτῶν του κατά τήν πολιορκίαν Τριπολιτζᾶς, καί μετά τήν κυρίευσίν της, ὑπέφερε τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας καί τόν παγετόν τῆς νυκτός, ὁλοκλήρους τέσσαρας μῆνας εἰς τήν τῶν Πατρῶν πολιορκίαν. Μετά ταῦτα κατ’ ἀνωτέραν διαταγήν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τοποτηρητοῦ τῆς ἐπαρχίας Χριστιανουπόλεως διετάχθη (κατ’ αἴτησιν τῶν συγχωρίων του) νά παῦσῃ καί ἐκ τοῦ γήρως του ἀπό τάς ἐκστρατείας καί νά διαμείνῃ εὐλογῶν καί νουθετῶν πρός ἀρετήν τά πνευματικά τέκνα του, τοῦ εἰρημένου Πρωτοπαππᾶ τήν κινητήν περιουσίαν του έγνωρίσαμεν ὅτι υπῆρχε πρό τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος μας ἱκανή ὥστε ὄχι μόνον ἡ ἀδύνατος καί μικρά οἰκογένειά του νά ἐξοικονομῆται ἐν ἀνέσει, ἀλλά καί πολλά βοηθήματα καί πρός ἀπόρους ἐλέη νά γίνονται ἐξ’ αὐτῆς, ἐν συντόμῳ ὁ οἶκος τοῦ διαληφθέντος Πρωτοπαππᾶ ἐθεωρεῖτο παρ’ ὅλων τῶν ὁδοιπόρων ὡς ἐν ξενοδοχείῳ ἤδη δέ καί ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἡ οὐσία τῆς εἰρημένης οἰκίας καταδαπανηθεῖσα μέρος ἀπό αὐτήν εἰς τάς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τῶν ἐκστρατειῶν του καί μέρος λεηλατηθεῖσα ἀπό τούς διαφόρους Αἰγυπτιακάς καί τουρκικάς έπιδρομάς ἀπεκατέστη τοσοῦτον ἄσημος ὥστε μετά τόν θάνατον τοῦ εἰρημένου Πρωτοπαππᾶ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα χήρα του μετά τῆς ἀδυνάτου φαμελίας της ζῆ ἔν πενία καλλιεργοῦσα ὀλίγην ἐθνικήν γῆν έντός τῆς περιφερείας τοῦ ἀνωτέρου χωρίου του,  ταῦτα πάντες γνωρίζοντες δίδομεν ἐν καθαρῷ συνειδότι τό παρόν ἐνμάρτυρόν μας κατ’ αἴτησιν τῶν κληρονόμων του διά νά τοῖς χρησιμεύση ὅπου ἀνήκει».

1834  9βρίου 6 Μακρύσια

Την αίτηση υπογράφουν δημογέροντες και πρώτοι πολίτες των κάτω χωριών: Μακρισίων, Βρίνας, Ρισόβου, Μούντριζας, Αλητσελεπή Ανεμοχωρίου, Λαδικού και Κρεστένων.

Κατόπιν διαταγής του τοποτηρητή Χριστιανουπόλεως Αμβροσίου Φραντζή, ο Παπαδημήτρης έπαψε να ενεργεί στρατιωτικά λόγω γήρατος, ύστερα από αίτηση των συγχωριανών του, και περιορίστηκε στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Μετά την απελευθέρωση, αγνοημένος από την πολιτεία πέρασε φτωχά και δυστυχισμένα αφού και η λίγη περιουσία που του απέμεινε λεηλατήθηκε από τις επιδρομές του Ιμπραήμ. Ο ακριβής χρόνος θανάτου του δεν είναι γνωστός και υπολογίζεται στο διάστημα μεταξύ των ετών 1829 και 1834. Ο γιος του Ανανίας, φτωχός και αγνοημένος από την πολιτεία επίσης, υπέβαλε στις 20/10/1846 αίτημα, με το οποίο μάταια ζητούσε να του δοθεί κάποια βοήθεια, ως γιος του Παπαδημήτρη.

Προς τιμήν του οι Μακρισαίοι τιμώντας τον ηρωικό συμπατριώτη τους, έστησαν στην πλατεία του χωριού έναν εντυπωσιακό χάλκινο ανδριάντα (φωτό), στον οποίο παριστάνεται ένας ψιλόλιγνος και ευθυτενής ιερέας που κρατώντας ένα σπαθί στο δεξί του χέρι, αγωνίζεται με ορμητικότητα.

 *Ο Γιάννης Βίτσας είναι εκπαιδευτικός, ιστορικός συγγραφέας

Σχετικά άρθρα

1,558ΥποστηρικτέςΚάντε Like
18ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ