Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, 2021

Το Ιστορικό Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στο Στεφάνι Κορινθίας

Η ιστορική Μονή Στεφανίου, αφιερωμένη στον Μεγαλομάρτυρα Αγίου Δημητρίου, αποτελεί στολίδι των ήσυχων αγρών, βουνών και υψωμάτων του Στεφανίου. Χτισμένη πάνω από δύσβατη χαράδρα και αγναντεύοντας το μοναχικό και βραχώδης τοπίο του Αραχναίου, συνεχίζει την μακραίωνη διαδρομή και παράδοση του ορθόδοξου μοναχισμού της περιοχής, διατηρώντας ζωντανή την ιστορική μνήμη του τόπου.

Το μοναστήρι έχει μια διαρκή πνευματική παρουσία περισσότερο από έξι αιώνες, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η χρονολογία ίδρυσης του. Το 10ο αιώνα εγκαταστάθηκε στην περιοχή έντονη μοναστική ζωή, όπως φαίνεται από τα πολλά κατάλοιπα ναών της περιοχής. Τα υπολείμματα αρχαίων και παλαιοχριστιανικών ναών που διασώζονται στα θεμέλια της Μονής αποδεικνύουν, ότι η Μονή με το αρχικό φρουριακό χαρακτήρα που διατήρησε μέχρι πρόσφατα, χτίστηκε κοντά ή πάνω σε ήδη υπάρχοντα θρησκευτικό και μοναστικό κέντρο.

Μαζί με την Μονή Ταξιάρχη Μιχαήλ, που βρίσκεται στο βάθος της χαράδρας, η Μονή Αγίου Δημητρίου ήταν ανέκαθεν γνωστή ως Μονή Στεφανίου. Η Μονή Ταξιάρχη ήταν προγενέστερη της Μονής Αγίου Δημητρίου. Εκτιμάται ότι ιδρύθηκε το 12ο-13ο αιώνα, αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του καθολικού ναού που διασώζεται ως σήμερα. Οι δύο μονές λειτουργούσαν ταυτόχρονα για αρκετά μεγάλο διάστημα μέχρι που ενώθηκαν το 1705, ίσως για λόγους αντιμετώπισης αναγκών και κινδύνων- οπότε και εγκαταλείφθηκε η Μονή Ταξιάρχη.

Το αρχικό κτίσμα της Μονής Αγίου Δημητρίου με το τετράπλευρο σχήμα, αποτελείτο από μια μικρή εσωτερική αυλή που γύρω της αναπτύσσονταν σε δύο ορόφους οι αποθήκες και τα κελιά, ενώ στην ανατολική πλευρά βρισκόταν ο καθολικός ναός του μοναστηρίου. Από τις πολεμίστρες μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κύρια αποστολή της Μονής ήταν η άμυνα και η φύλαξη των μοναχών αλλά και των χωριών της γύρω περιοχής από εχθρικές επιδρομές. Ο αρχικός ναός του Αγίου Δημητρίου άνηκε στους τελευταίους βυζαντινούς ή στους πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους. Στην αυλή υπήρξε βρύση από όπου πήγαζε νερό και δίπλα της μια μυρτιά που γέμιζε με το άρωμα της το αγιασμένο αυτό χώρο. Στο χώρο του μοναστηρίου περιπλανιόταν μια έντονη μυστηριακή αύρα.

Στην διάρκεια της λειτουργίας του το μοναστήρι πέρασε πολλές περιπέτειες και η ιστορία του έχει συνδεθεί με την τύχη της ευρύτερης περιοχής. Τα Ελληνικά και Τούρκικα έγγραφα της Μονής, που σήμερα εκθέτονται στο εκκλησιαστικό μουσείου Κορίνθου μαζί με τα ιερά κειμήλια και το υπόλοιπο αρχειακό υλικό, αποτελούν ιστορικό θησαυρό, καθώς είναι τα μοναδικά χειρόγραφα της περιοχής που αναφέρονται στη Τουρκοκρατία και δίνουν σαφής εικόνα για την ζωή των ανθρώπων εκείνη την εποχή. Τεκμηριώνουν την δραστηριότητα της Μονής και αναφέρονται σε πωλητήρια, χρεωστικά, υποθήκες, αξιώματα, ονόματα, επώνυμα, ονόματα μοναχών, ηγουμένων, Τούρκων, χωριών και τοποθεσίες. Σημειώνουμε εδώ ότι τα έγγραφα αυτά το 1963 μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας στη Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου, επειδή η Μονή Αγίου Δημητρίου εκείνη την εποχή υπολειτουργούσε. Τα έγγραφα περισυλλέγησαν από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Κορινθίας κ. Παντελεήμονα Καρανικόλα, μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν το 1991 από τον ίδιο με τον τίτλο “Έγγραφα Ιεράς Μονής Φανερωμένης Κορινθίας- Ελληνικά Τούρκικα”.

Επί Τουρκοκρατίας η Μονή απέκτησε σημαντική περιουσία. Εκτός από τις αφιερώσεις κτημάτων από Έλληνες κτηματίες για την αποφυγή καταπατήσεων από τους Τούρκους, η Μονή άρχισε στα μέσα του 18ο αιώνα να αγοράζει γη, κατά εκατοντάδες στρέμματα από μικρούς καλλιεργητές και από Έλληνες και Τούρκους μεγαλοκτηματίες (Τσιφλικάδες), κυρίως στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Αναφέρουμε για παράδειγμα το 1787, όταν αγόρασε από τον Νικολή της γνωστής οικογένειας Νοταρά από τα Τρίκαλα, 600 στρέμματα γης στην περιοχή Αζίζι (Αζιζλέρ). Εκεί έχτισε και μετόχι για την πιο αποτελεσματική διαχείριση και καλλιέργεια των απέραντων κτημάτων. Επί πλέον το μοναστήρι είχε γαίες στο Στεφάνι, το Μπερμπάτι, το Γυμνό, το Ανιφί, το Χαρβάτι (Μυκήνες) και αλλού. Στην καταγραφή περιουσιακών στοιχείων του 1828- μετά την Επανάσταση- αναφέρονται συνολικά 1.450 στρέμματα γης, χωρίς να υπολογίζουμε την περιουσία της σε ακίνητα όπως σπίτια, νερόμυλοι κλπ.

Το μοναστήρι έδωσε το παρών του στην Ελληνική Επανάσταση, υποστηρίζοντας ηθικά και οικονομικά τον αγώνα της απελευθέρωσης. Διασώζεται έγγραφο που τεκμηριώνει την εισφορά στο ταμείο της επαρχίας 5.000 γροσιών από τον ηγούμενο του Μοναστηρίου, που ξοδεύτηκαν για πολεμοφόδια. Δυναμική υπήρξε και η υποστήριξη των στρατευμάτων του Νικηταρά στο σημαντικό γεγονός για τα ιστορικά της Ελληνικής Επανάστασης, της καταστροφής του Δράμαλη το τριήμερο 26-28. Ιουλίου του 1822. Το στρατόπεδο του Νικηταρά, των Φλεσσαίων και άλλων οπλαρχηγών βρισκόταν ως γνωστόν στο Στεφάνι. Κατά την σύγκρουση ανάμεσα στον Νικηταρά και του Δράμαλη που έγινε στις 28.07.1822 στην τοποθεσία “Μεγαμνό”, στο λόφο ανατολικά του μοναστηρίου, η Μονή δέχτηκε οβίδα από κανονιά των Τούρκων. Η οβίδα αυτή σφηνώθηκε κάτω χαμηλά του καθολικού ναού και αποτέλεσε κειμήλιο της Επανάστασης στους αιώνες που ακολούθησαν.

Την συμμετοχή του στη καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη, πλήρωσε το μοναστήρι μώλις λίγους μήνες αργότερα, όταν τον Αύγουστο του 1822, ο Τούρκος Διοικητής Μαχμούτ Πασάς επιτέθηκε κατ’ εντολή του Δράμαλη στη Μονή, καταστρέφοντας εν μέρη το καθολικό ναό του Αγίου Δημητρίου. Για αυτό και θεωρήθηκε τιμωρία του Αγίου Δημητρίου ο θάνατος του Δράμαλη στις 26. Οκτωβρίου του 1822 στη Κόρινθο. Ο ναός επισκευάστηκε το 1831, όπως μαρτυρεί εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή, δια συνδρομή του Καθηγούμενου Μισθοφόρου Ιερομονάχου.

Μετά την απελευθέρωση η Μονή παραχώρησε βοσκότοπους και καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε ακτήμονες και ποιμένες. Το 1838 δέχτηκε μειωτική απόφαση με βασιλικό διάταγμα, στο οποίο κηρύχθηκε μετόχι της Μονής Φανερωμένης Χιλιομοδίου, κατόπιν ζήτησης της τελευταίας. Η αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής υπήρξαν όμως τόσο έντονες που το 1843 η ανεξαρτησία της Μονής αποκαταστάθηκε. Στις αρχές του 20ου αιώνα με την Μονή Στεφανίου συγχωνεύτηκαν η Μονή Καλών Νήσων (1915) και το 1919 οι Μονές Λεχώβου και Βράχου.

Την εποχή της Ιταλογερμανικής κατοχής το 1941-44 η Μονή έζησε τραγικές ημέρες, με την απώλεια πολύτιμων κειμηλίων, ιερών βιβλίων, εγγράφων αλλά κυρίως την δολοφονία του ηγούμενου Θεοστήρικτο Ριζόγιαννη τον Ιούνιο του 1944. Ακολουθούσε η παρακμή του μοναστηρίου.

Το 1952 παραχώρησε συνολικά 1093 στρέμματα γης σε ακτήμονες και ακτήμονες μικρών κτηνοτρόφων του Στεφανίου και του Αγίου Βασιλείου. Ο αριθμός τον μοναχών μειώθηκε. Οι μοναχοί που ως το θάνατο τους διέμεναν στο μοναστήρι και το φρόντιζαν ήταν ο Ιεροδιάκονος Χρυσόστομος Μπαλάφας και ο μοναχός Γρηγόρης Μπαλάφας, οι οποίοι κατάγονταν από το Στεφάνι. Εν το μεταξύ το 1961 η Μονή συγχωνεύτηκε με την Ιερά Μονή Οδίου Ποταπίου του Λουτρακίου. Οι μοναχές όμως δεν μπόρεσαν να συντηρήσουν το ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα που εμφάνιζε φανερά σημάδια της φθοράς του χρόνου που δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως και κατάλληλα. Το 1963 μεταφέρθηκαν τα έγγραφα και ιερά κειμήλια στη Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου για λόγους ασφαλείας. Δεν θα επιστρέφονταν ποτέ.

Το 1973 ιδρύθηκε τελικά η ανεξάρτητη Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Αγίου Δημητρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Κορινθίας με Ηγουμένη την Σαλώμη. Το καινούργιο σχήμα έδωσε μια νέα ώθηση στο μοναστήρι και το έσώσε από την οριστική εγκατάλειψη. Δεν κατάφερε όμως να σώσει το ιστορικό κτιριακό συγκρότημα που το 1979 κηρύσσεται ιστορικό και διατηρητέο μνημείο λόγω της ιδιαιτερότητας της αρχιτεκτονικής του. Η σταδιακή εκ βάθρων ανακαίνιση θεωρήθηκε αναγκαία. Ο σεισμός του 1981 ήρθε να υπογράψει την καταδίκη του παλιού μοναστηρίου που αργότερα κατεδαφίστηκε.

Έτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη όψη της Μονής που χτίστηκε στα θεμέλια της παλιάς, φανερώνοντας το μεγάλο πόθο και ζήλο της Γερόντισσας και της μικρής αδελφότητας να αποκτήσει η Μονή την παλιά της αίγλη και μεγαλοπρέπεια που είχε την εποχή της μεγάλης της ακμής.

Σε σχήμα Γ οικοδομήθηκαν από τα θεμέλια οι δύο διώροφες πτέρυγες που καλύπτουν τις ανάγκες του Μοναστηρίου. Ο καινούργιος σταυρεπίστεγος ναός του καθολικού, με εσωτερική και εξωτερική συνάρτηση του σταυροειδούς ρυθμού με τρούλο, ολοκληρώθηκε και καθαγιάστηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1986. Βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της αυλής και στους τοίχους του βρίσκονται εντοιχισμένα υπόλείμματα του αρχικού καθολικού που παραπέμπουν στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Αριστερά της εισόδου σώζεται και η μαρμάρινη επιγραφή που βεβαιώνει την ανοικοδόμηση του παλαιού καθολικού το 1831, μετά την καταστροφή που υπέστη κατά τον αγώνα της απελευθέρωσης. Στο εσωτερικό του ναού βρίσκεται η λατρευτική εικόνα του Αγίου Δημητρίου που χρονολογείται από το 1857.

Αξιοσημείωτο είναι και ο μεγάλος θολωτός χώρος με τις πολεμίστρες που διατηρείται από το αρχικό κτίσμα στη δυτική πτέρυγα του μοναστηρίου. Χρησίμευε παλιά ως κελάρι για τα βαγένια και το λάδι αλλά όπως ισχυρίζεται η παράδοση, υπήρξε και το Κρυφό Σχολειό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σήμερα μπορεί να θαυμάζει κανείς εκεί μέρος του εντυπωσιακού ξυλόγλυπτου τέμπλου που διασώθηκε από το παλαιό καθολικό ναό.

Τρία είναι τα παρεκκλήσια της Μονής: Ο Άγιος Φανούριος που χτίστηκε πρόσφατα δίπλα στο ανατολικό περίβολο του μοναστηρίου και τα δύο παρεκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και των Εσοδίων της Θεοτόκου που βρίσκονται εντός της Μονής και φυλάνε μεγάλο μέρος των εικόνων της παλιάς Μονής που χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου, αρχές 19ου αιώνα.

Έτσι η Μονή Στεφανίου αποτελεί σήμερα ένα συνδετικό κρίκο του χθες με το σήμερα και ένα καταφύγιο όχι μόνο των ψυχών που ενασκούνται σ’ αυτήν, αλλά και κάθε ψυχής που θα ζητήσει την παραμυθία, μέσω αυτής, από το Θεό.

ΠΗΓΗ: stephanion.gr

Σχετικά άρθρα

1,558ΥποστηρικτέςΚάντε Like
18ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ